Διεθνής νομοθεσία

Έως σχετικά πρόσφατα, η διεθνής νομοθεσία εξελισσόταν χωρίς να λαμβάνει υπόψη ούτε να επηρεάζεται από τις παγκόσμιες περιβαλλοντικές σχέσεις αλληλεξάρτησης. Για να ελέγχει και να διαχειρίζεται τις σχέσεις μεταξύ των κρατών, η παραδοσιακή διεθνής νομοθεσία εστίασε στην αναγνώριση και τη διατήρηση της αυτονομίας του κάθε κράτους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη ελεύθερου ελέγχου των δραστηριοτήτων εντός της εθνικής δικαιοδοσίας ενός κράτους. Με τον όρο εθνική αυτονομία περιλαμβανόταν και η ελευθερία δράσεων σχετικά με τους φυσικούς πόρους που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του κράτους. Οι προϋπάρχοντες περιορισμοί στις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται εντός των εθνικών ορίων, αφορούσαν λεπτομερείς διατυπώσεις βάσει των γενικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τη διεθνή νομοθεσία, έτσι ώστε κανένα κράτος να μην επιτρέπει δραστηριότητες εντός των συνόρων του οι οποίες ενδεχομένως βλάπτουν τα γειτονικά εδάφη.

Τα τελευταία 20 έτη κατά γενική ομολογία παρατηρήθηκε μια αυξανόμενη αλλαγή ως προς την κατανόηση και την αποδοχή του φαινομένου της παγκόσμιας περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Το 1972, κατά τη Διάσκεψη Περιβάλλοντος στη Στοκχόλμη, συμφωνήθηκε η αρχή ότι τα κράτη έχουν το αυτόνομο δικαίωμα να εκμεταλλεύονται τους δικούς τους πόρους αλλά και την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι οι δραστηριότητες που πραγματοποιούνται εντός των συνόρων τους, δεν προκαλούν ζημία σε άλλα κράτη ή διεθνή ύδατα. Η Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα ήταν η πρώτη συμφωνία που συμπεριέλαβε την αρχή αυτή στο επίσημο νομικό κείμενο της συνθήκης. Το πεδίο των δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα εντός της εθνικής δικαιοδοσίας και οι οποίες επηρεάζουν το περιβάλλον της διεθνούς κοινότητας έχει μεγαλώσει και ανάλογα έχουν αυξηθεί και οι περιορισμοί που ίσχυαν σχετικά με την εθνική αυτονομία.