Διαχειριστικές συμφωνίες

Πρόκειται για συμφωνίες ανάμεσα στις δημόσιες αρχές ή τους οργανισμούς διατήρησης και στους γαιοκτήμονες, οι οποίοι αναλαμβάνουν τη διαχείριση της γης τους βάσει ενός συγκεκριμένου τρόπου δίνοντας ως αντάλλαγμα περιοδικές πληρωμές ή εφάπαξ. Όταν οι διαχειριστικές συμφωνίες ακολουθούν τις μεταπωλήσεις της γης και περιλαμβάνουν θετικές υποχρεώσεις, μπορούν να αποβούν χρήσιμες για μια μακροπρόθεσμη προστασία περιοχών που έχουν υψηλή βιοποικιλότητα.

Εναλλακτικά, οι διαχειριστικές συμφωνίες μπορούν να λάβουν τη μορφή προσωπικών συμβολαίων με το γαιοκτήμονα, οι οποίες αφορούν μια σχετικά σύντομη χρονική περίοδο. Αυτά τα μέσα χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο για να προωθήσουν την εντατική γεωργία και τη διατήρηση των γνωρισμάτων του τοπίου και των ημιφυσικών οικοτόπων. Οι καλλιεργητές μπορούν να κάνουν συμφωνίες μέσω των οποίων πληρώνονται για να διαχειρίζονται τη γη τους σύμφωνα με οικολογικά κριτήρια. Το σύστημα αυτό, το οποίο αρχικά περιοριζόταν σε προκαθορισμένες Περιβαλλοντικά Ευαίσθητες Περιοχές, τώρα μπορεί να εφαρμοσθεί στο σύνολο της επικράτειας των κρατών μελών. Παρόμοια συστήματα έχουν αναπτυχθεί σε αρκετές χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι η Σουηδία.

Ένας άλλος τύπος διαχειριστικής συμφωνίας είναι η Ευθύνη Διαχείρισης από την τοπική κοινωνία (Countryside Stewardship), που αναπτύχθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και αποσκοπεί στο συνδυασμό της διατήρησης και της δημόσιας επικαρπίας της γης με παράλληλη εμπορική διαχείρισή της μέσω ενός εθνικού συστήματος κινήτρων. Αυτό το σχήμα δεν αφορά μια συγκεκριμένη περιοχή, ούτε περιορίζεται στους καλλιεργητές. Εξετάζονται οι προτάσεις για διαχείριση, αποκατάσταση ή αναψυχή συγκεκριμένων κατηγοριών οικοτόπων ή γνωρισμάτων τοπίου, και γίνονται αποδεκτές μόνο οι καλύτερες από περιβαλλοντική άποψη. Οι συμφωνίες ισχύουν για δέκα χρόνια και αποδίδεται μια αναλογική κλίμακα ανταμοιβών ανά εκτάριο, ανάλογα με την πολυπλοκότητα των υποχρεώσεων διατήρησης που αφορούν την περιοχή.