Διαχείριση της βιοποικιλότητας στις υδατοκαλλιέργειες

Υδατοκαλλιέργεια σημαίνει την καλλιέργεια ψαριών και άλλων υδρόβιων οργανισμών για την παραγωγή τροφής ή για άλλους σκοπούς. Έως σήμερα περίπου το 13% των ψαριών και λοιπών υδατικών προϊόντων παγκοσμίως προέρχεται από τις υδατοκαλλιέργειες, ενώ το ποσοστό αυτό αυξάνεται ραγδαία (6-7% ετησίως) και αποτελεί τον πιο ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα τροφικής παραγωγής παγκοσμίως. . Η παραγωγικότητα των υδατοκαλλιεργειών εξαρτάται από μια ευρεία ποικιλία άλλων υδρόβιων οργανισμών που χρησιμοποιούνται για τροφή των εκτρεφόμενων ειδών αλλά και για τη διατήρηση της ποιότητας του νερού. Συνεπακόλουθα, αυτό μπορεί να έχει αντίστροφες επιπτώσεις στην ποικιλότητα των φυσικών πληθυσμών των υδρόβιων οργανισμών και στη δομή των οικοσυστημάτων λόγω της τυχαίας απελευθέρωσης εκτρεφόμενων οργανισμών ή της μετατροπής της μορφής ενός οικοτόπου.

Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής των ιχθυοκαλλιεργειών προέρχεται από περίπου 200 είδη. Η υδατική βιοποικιλότητα βρίσκεται σε κρίσιμο επίπεδο σε πολλά φυσικά συστήματα, ειδικά στα εσωτερικά ύδατα. Η μεγαλύτερη υποβάθμιση έχει προκληθεί λόγω της ρύπανσης, των ανθρωπογενών δομικών αλλαγών στους υδάτινους οικοτόπους, καθώς και από την απελευθέρωση εισαγόμενων ειδών. Αυτές οι απώλειες έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των προσπαθειών για την αξιολόγηση των δυνατοτήτων υδατοκαλλιέργειας των υδρόβιων οργανισμών. Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ιχθυοκαλλιεργητές, είναι ο εντοπισμός και η συλλογή γενετικού υλικού από υγιείς ή σχετικώς αδιατάρακτους άγριους πληθυσμούς.

Ένα πρώτο βήμα για την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων προστασίας του άγριου πληθυσμού, αποτελούν τα επίσημα έγγραφα σχετικά με τους άγριους γενετικούς πόρους και τις απειλές ενάντια στην επιβίωσή τους.

To Διεθνές Κέντρο για τη Διαχείριση Ζωντανών Υδρόβιων Πόρων (International Centre for Living Aquatic Resources Management-ICLARM) και ο FAO έχουν αναπτύξει μια βάση δεδομένων για τα ψάρια (FishBase), η οποία περιλαμβάνει σχεδόν το μισό από τον παγκόσμιο αριθμό ψαριών, στα οποία περιλαμβάνονται και σχεδόν όλα εκείνα που είναι άμεσα ωφέλιμα για τους ανθρώπους.

Ακολουθούν μερικές συστάσεις του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών για την Περιβαλλοντική Προστασία (UNEP), οι οποίες έχουν ως σκοπό να ελαχιστοποιήσουν τις αντίστροφες επιπτώσεις της υδατοκαλλιέργειας στα άγρια αποθέματα:

  • Κλειστή καλλιέργεια: καλύτερες περιοριστικές συνθήκες για την πρόληψη δραπέτευσης του οργανισμού.
  • Στείρωση: εύκολος τρόπος για την αποφυγή άμεσων γενετικών επιπτώσεων στους άγριους πληθυσμούς.
  • Τοποθεσία εγκαταστάσεων: εγκατάσταση των καλλιεργειών μακριά από άγριους πληθυσμούς και επιλογή θαλάσσιων εκτάσεων έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα διασποράς του γονιδιώματος στο περιβάλλον των άγριων πληθυσμών.
  • Παράκτια πάρκα: παρέχονται αυστηρώς προστατευόμενες περιοχές για τους πολύτιμους άγριους πληθυσμούς.
  • Μειωμένη ή επιλεκτική αλιεία: προστασία αυτόχθονων πληθυσμών με μείωση της αλιευτικής πίεσης ή με ώθηση της πίεσης αυτής προς τα καλλιεργούμενα ψάρια.
  • Περιορισμοί στη μεταφορά: μείωση της εξάπλωσης εξωτικών γονιδίων και επιδημιών με περιορισμούς της μεταφοράς ή των ζωντανών ψαριών και αυγών.
  • Τράπεζες γονιδίων: αντιμετώπιση της εξάλειψης τοπικών πληθυσμών μέσω της ίδρυσης τράπεζας γενετικού υλικού.
  • Ελάχιστες γενετικές διαφορές από τους αυτόχθονες πληθυσμούς: μείωση των αποτελεσμάτων από τη ροή γονιδίων μέσω ελαχιστοποίησης των γενετικών διαφορών ανάμεσα στα ψάρια που δραπετεύουν ή απελευθερώνονται και στους άγριους πληθυσμούς που λειτουργούν ως δέκτες.
  • Εκπαίδευση των εργατών: βασική εκπαίδευση των εργατών που ασχολούνται με τις υδατοκαλλιέργειες (περιλαμβανομένων και των ανειδίκευτων εργατών), προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος των ακούσιων απελευθερώσεων των οργανισμών στα υδάτινα οικοσυστήματα.