Διαχείριση βιοποικιλότητας σε αλιεία μεγάλης κλίμακας

Θεωρητικά, στην αλιεία μεγάλης κλίμακας, οι πληθυσμοί ψαριών μπορούν να αλιευθούν αειφορικά μέσω κατάλληλης διαχείρισης. Ωστόσο, το κύριο εμπόδιο για την αειφορική αλιεία αυτού του είδους είναι η έλλειψη ελέγχου της πρόσβασης στα αλιευτικά πεδία και της αλιευτικής προσπάθειας. Έτσι, η αποτυχία των πολιτικών να αντιμετωπίσουν αυτούς τους παράγοντες έχει περιορίσει αισθητά και την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης. Οι υπεύθυνοι διαχείρισης της αλιείας και η βιομηχανία αλιείας δέχονται απρόθυμα το γεγονός ότι τα τεχνικά μέτρα από μόνα τους δεν θα καταφέρουν επαρκώς να διατηρήσουν ή να δημιουργήσουν εκ νέου τα αλιευτικά αποθέματα. Σε κάποιες περιπτώσεις, αμφισβητούν επίσης και την αποτελεσματικότητα των μέτρων που στηρίζονται σε "αναλογούντα μερίδια" σύλληψης ψαριών, τα οποία πραγματοποιούνται χωρίς αυστηρή παρακολούθηση και έλεγχο.

Το ενδιαφέρον σχετικά με την αειφορική χρήση των υδατικών πόρων δεν είναι κάτι καινούριο, όμως έχει ενταθεί κυρίως από τις αρχές του 21ου αιώνα. Προσφάτως, η Επιτροπή του FAO για την αλιεία (COFI) ανέπτυξε την έννοια "υπεύθυνη αλιεία", για να περιγράψει μια ευρεία σειρά αρχών αειφορικής διαχείρισης των θαλάσσιων πόρων και της βιοποικιλότητας ευρύτερα. Η έννοια βασίζεται σε ένα καθεστώς διαχείρισης που διέπεται από τα ακόλουθα γνωρίσματα:

Η αλιεία στις βαθιές θάλασσες -ή σε μέρη των ωκεανών που δεν καλύπτονται από τις εθνικές Αποκλειστικές Ζώνες Οικονομικού Ελέγχου (Exclusive Εconomic Ζones, EEZ)- δεν αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης ή ελέγχου. Αυτό είναι βασικό πρόβλημα κυρίως όσον αφορά τα ελεύθερα αποθέματα και τα μεταναστευτικά είδη τα οποία κατανέμονται τουλάχιστον κατά ένα μέρος τους εκτός των εθνικών ΕΕΖ και κατά συνέπεια δεν μπορούν να προστατευτούν από την ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση.