Προστατευόμενη περιοχή

Σύμφωνα με τη Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα ως προστατευόμενη περιοχή ορίζεται "μια γεωγραφικά προσδιορισμένη περιοχή η οποία έχει καθοριστεί και αποτελεί αντικείμενο ρυθμίσεων και διαχείρισης, προκειμένου να επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι διατήρησης".

Προστατευόμενες περιοχές μπορεί να είναι θαλάσσια καταφύγια που προορίζονται για προστασία της βιοποικιλότητας, ενώ παράλληλα υπηρετούν και άλλες μη αντικρουόμενες μεταξύ τους χρήσεις. Επίσης, μπορεί να είναι περιοχές που έχουν ιδρυθεί για να περιορίσουν ή να εμποδίσουν μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, όπως είναι η αλιεία ή η συμφόρηση από την κυκλοφορία των πλεούμενων, εφόσον κρίνεται ότι το οικοσύστημα είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητο σε αυτήν τη δραστηριότητα. Οι περιορισμοί προσδιορίζονται ανάλογα με το ποιες θεωρούνται οι μεγαλύτερες απειλές για τη βιοποικιλότητα και με το ποια θα είναι η στάση της κοινωνίας, δηλαδή εάν θα στηρίξει ή θα ανεχτεί τα δύο κριτήρια τα οποία ενδέχεται να έρθουν σε αντιπαράθεση μεταξύ τους.

Σε περιοχές όπου απαντώνται πολλαπλές χρήσεις, η εκμετάλλευση των πόρων είναι δυνατό να επιτρέπεται εντός των ορίων της προστατευόμενης περιοχής. Το δύσκολο είναι να διασφαλιστεί ότι η εκμετάλλευση περιορίζεται σε αειφορικά επίπεδα. Οι μεγάλες περιοχές συνήθως προτιμούνται για περιορισμούς πολλαπλών χρήσεων, αλλά η έκτασή τους καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε επιβολή. Ακόμη και στις σπάνιες εκείνες περιοχές με ολοκληρωτικό καθεστώς προστασίας, oι επιπτώσεις από τις επισκέψεις πρέπει να ελαχιστοποιηθούν προκειμένου να προστατευθούν με ορθό τρόπο. Οι θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές όπου απαντώνται πολλαπλές χρήσεις συχνά θεωρούνται ως μέσο για την ίδρυση αποτελεσματικών, ολοκληρωμένων και εφαρμόσιμων διαχειριστικών προγραμμάτων.

Οι μεγάλης έκτασης περιοχές συνήθως προτιμούνται για περιορισμούς πολλαπλών χρήσεων, όμως η έκτασή τους καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε επιβολή. Οι άνθρωποι, προκειμένου να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, κυρίως οι πιθανοί καταπατητές, πρέπει να πειστούν ως προς την αναγκαιότητα των περιοριστικών μέτρων. Κατά συνέπεια, η εκπαίδευση και η ευαισθητοποίηση του κοινού αποτελούν σημαντικά μέρη ενός προγράμματος για μια προστατευόμενη περιοχή.

Οι περιοχές όπου δεν απαντάται αλιεία είναι εκπληκτικά σπάνιες στο θαλάσσιο περιβάλλον και αποτελούν περιοχές σημαντικές για την προστασία των γόνων ή παρέχουν καταφύγιο σε είδη τα οποία υπεραλιεύονται στα παρακείμενα νερά. Στις περιοχές αυτές έχουν την ευκαιρία να αναπληρώσουν το πληθυσμό (αύξηση αριθμού ατόμων) καθώς και να αυξηθούν προς όφελος τόσο της αλιείας που ασκείται έξω από την περιοχή όσο και των ίδιων των ψαριών.

Παρά το γεγονός ότι η προσέγγιση μιας προστατευόμενης περιοχής είναι ιδιαίτερα δημοφιλές θέμα στην κοινότητα για εθνική και διεθνή διατήρηση, αυτές οι περιοχές δεν καθορίζονται ούτε προστατεύονται πάντα με τρόπο ώστε να μεγιστοποιούνται οι ωφέλειες για το οικοσύστημα. Οι προστατευόμενες περιοχές, για παράδειγμα, συχνά καθορίζονται καταρχήν βάσει των γνωρισμάτων και των ορίων της ακτογραμμής, δεύτερον βάσει της τοπογραφίας του πυθμένα και σπάνια βάσει των προτύπων κυκλοφορίας του νερού. Ωστόσο, η υδατική κυκλοφορία είναι ίσως πολύ σημαντική για τις πελαγικές κοινωνίες και κρίσιμη για τις βενθικές κοινωνίες.

Ακολουθεί σύντομος κατάλογος των δέκα γενικών κατευθυντήριων αξόνων που στηρίζουν την ίδρυση ή τον επανασχεδιασμό προστατευόμενων περιοχών όπου η διατήρηση της βιοποικιλότητας θα αποτελεί τον κεντρικό ή το μεγαλύτερο στόχο τους:

  1. Αριθμός περιοχών.
    Ένας μεγαλύτερος αριθμός περιοχών είναι σε θέση να παρέχει καλύτερη κάλυψη της ποικιλότητας των οικοτόπων και των μεταβατικών περιοχών στη χώρα και να διασφαλίζεται η προστασία με τον καλύτερο τρόπο απέναντι σε οποιοδήποτε καταστροφικό περιστατικό ή επιδημία.
  2. Έκταση.
    Σε ιδανικό βαθμό, η κάθε περιοχή θα πρέπει να είναι όσο μεγάλη χρειάζεται, προκειμένου να περιλαμβάνει τα βιοτικά στοιχεία ενδιαφέροντος, καθώς και τους σχετιζόμενους οικοτόπους και παράγοντες του οικοσυστήματος.
  3. Αλληλοεπιδράσεις.
    Το τοπίο που παρεμβάλλεται ή οι υδάτινες περιοχές θα πρέπει να επιτρέπουν τη ροή των βιοτικών στοιχείων από περιοχή σε περιοχή και να προσαρμόζονται στις καθημερινές και εποχικές αλλαγές, την κλιματική αλλαγή και λοιπούς μεγάλους και μικρούς χωρικούς και χρονικούς παράγοντες.
  4. Ζώνωση.
    Εντός της επιλεγμένης περιοχής, ο καθορισμός ποικίλων ζωνών μπορεί να απομονώσει τους διαχειριστικούς στόχους και τις χρήσεις οι οποίες μπορεί να είναι μη συμβατές, και μπορεί να προσδιορίσει τις διαχειριστικές δραστηριότητες ανά περιοχή.
  5. Τοποθεσία εγκαταστάσεων και υποδομών.
    Μια υποδομή μπορεί να επηρεάσει τη βιοποικιλότητα. Συνεπώς, ακόμη και οι περιορισμένης έκτασης εγκαταστάσεις που απαιτούνται στις περισσότερες προστατευόμενες περιοχές, θα πρέπει να σχεδιάζονται και να τοποθετούνται ως μέρος μιας συνολικής οικολογικής εκτίμησης, χαρτογράφησης και ανάλυσης.
  6. Πρόγραμμα έρευνας και παρακολούθησης.
    Η διαχείριση μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο στο βαθμό όπου υποστηρίζεται από πληροφορίες και τεχνογνωσία.
  7. Πρόγραμμα διαχείρισης βιολογικών πόρων.
    Η διαχείριση των βιολογικών πόρων θα πρέπει να προβλέπεται και να προετοιμάζεται βάσει ενός μεγάλου συνόλου μεθόδων για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας καθώς επίσης και βάσει των αποτελεσμάτων της έρευνας και της παρακολούθησης.
  8. Εκπαιδευτικά προγράμματα.
    Οι προστατευόμενες περιοχές αποτελούν ιδανικά μέρη για περιβαλλοντική εκπαίδευση αλλά και για πρακτική εφαρμογή της σχέσης ανάμεσα στη φύση και τον άνθρωπο.
  9. Χρήση διαχειριστικών προγραμμάτων..
    Όλες οι διαχειριστικές κατηγορίες, σύμφωνα με το IUCN, χαρακτηρίζουν έναν ή περισσότερους τύπους ανθρώπινων χρήσεων, άμεσων ή έμμεσων. Ο βαθμός στον οποίο μπορεί να διατηρηθεί η βιοποικιλότητα σε γενετικά επίπεδα και επίπεδα είδους, τοπίου/οικοσυστήματος, θα εξαρτηθεί από τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι καταστάσεις χρήσεων αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης.
  10. Προγράμματα βιοπεριφερειακής διαχείρισης.
    Η διαχείριση μιας προστατευόμενης περιοχής όπου η βιοποικιλότητα αποτελεί ένα βασικό στόχο, υπάρχει περίπτωση να επιτύχει μόνο στο βαθμό που θα επιτευχθούν συνεργατικές ρυθμίσεις ανάμεσα στις δημόσιες υπηρεσίες, τους τοπικούς κατοίκους και τη βιομηχανία. Αυτές οι συμφωνίες πρέπει να εξασφαλίζουν το γεγονός ότι η διαχείριση των βιολογικών πόρων και οικοσυστημάτων στις γειτονικές περιοχές είναι σύμφωνη με τους διαχειριστικούς στόχους των προστατευόμενων περιοχών.