Εδαφογένεση και προστασία εδαφών

Η βιολογική ποικιλότητα βοηθά στην εδαφογένεση και τη διατήρηση της δομής του εδάφους και της υγρασίας καθώς και των επιπέδων συγκέντρωσης των θρεπτικών. Η απώλεια της βιολογικής ποικιλότητας λόγω της απομάκρυνσης της βλάστησης οδηγεί στην αλάτωση των εδαφών, τη διύλιση των θρεπτικών ουσιών, την λατερίωση των ορυκτών (αλλαγή της δομής των ορυκτών της αργίλου προς λατερίτη) και την επιταχυνόμενη διάβρωση των επιφανειακών εδαφών, με αποτέλεσμα να μειωθεί η παραγωγικότητα των εδαφών, Τα δάση χαμηλώνουν τη στάθμη του υδροφορέα και αφαιρούν από τα επάνω εδαφικά στρώματα τις αλατούχες αποθέσεις.

Η προστασία του εδάφους μέσω της διατήρησης της βιολογικής ποικιλότητας εξασφαλίζει τη διατήρηση της παραγωγικής ικανότητας του εδάφους, προλαμβάνει τις καθιζήσεις του εδάφους, προστατεύει τις ακτογραμμές και τις όχθες των ποταμών και προλαμβάνει την υποβάθμιση των κοραλλιογενών υφάλων και της παράκτιας αλιείας από τη συγκέντρωση ιζημάτων.

Τα δένδρα και η υπόλοιπη βλάστηση, επίσης, συμβάλλουν στην εδαφογένεση. Μια σημαντική συμβολή είναι η εισροή οργανικού υλικού μέσω του σχηματισμού του χούμου από την πτώση των φύλλων (ενσωμάτωση φυτικών υπολειμμάτων) και την απώλεια και αναγέννηση των ριζικών τριχιδίων, ώστε να διευκολύνεται η μικροβιακή δραστηριότητα. Μια άλλη συμβολή είναι αυτή των ριζικών συστημάτων τα οποία διασπούν την αδιαπέρατη εδαφική κρούστα και το μητρικό πέτρωμα και μεταξύ άλλων οδηγούν στη διείσδυση του νερού. Το ριζικό σύστημα φέρνει επίσης στην επιφάνεια ανόργανα στοιχεία μέσω της πρόσληψης από τις ρίζες. Η οργανική ουσία που σχηματίζεται από την αποσύνθεση των μικροσκοπικών ριζικών τριχιδίων δημιουργεί οργανομεταλλικά σύμπλοκα (συμπλοκοποίηση της οργανικής ουσίας και βαρέων μετάλλων του εδάφους), , όπως ο σίδηρος και το αλουμίνιο, τα οποία μειώνουν την πιθανώς επιβλαβή για άλλου τύπου βλάστηση επίδραση αυτών των μετάλλων (Attiwill et al., 1987).