Βρίσκεστε εδώ: / Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Κινδύνων / Ιστορική αναδρομή

"Οι ειδικοί που μελετούν τις απειλές που προκαλούνται από τον άνθρωπο, όπως οι χημικές ή πυρηνικές εγκαταστάσεις, μοιράζονται έναν κοινό στόχο με αυτούς που ερευνούν φυσικούς κινδύνους όπως πλημμύρες και σεισμούς: να μειώσουν τις επιπτώσεις του κινδύνου επάνω σε ανθρώπους, ιδιοκτησίες και το περιβάλλον" (Kay και Alder, 1999 p. 193).

Η Εκτίμηση Κινδύνων στο χώρο της Εφαρμοσμένης Μηχανικής έχει μακρά ιστορία και κατά παράδοση έχει επιχειρήσει να καταστήσει πιο αξιόπιστα τα συστήματα και τις υποδομές. Ο Gerrard (2000) απέδωσε αυτές τις εκτιμήσεις με τρόπο πιο επεξηγηματικό και κατανοητό στο ευρύτερο κοινό.

Η Εκτίμηση Κινδύνων στο χώρο της Υγείας αναπτύχθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, και προσπάθησε να ποσοτικοποιήσει τις απειλές προς τον άνθρωπο από την έκθεσή του σε διάφορες ουσίες ή δραστηριότητες. Η Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Κινδύνων αποτελεί μια πιο πρόσφατη εφαρμογή, που διακρίνεται από κάποιες επιπρόσθετες δυσκολίες.

Πρώτα από όλα, "οι περισσότερες αποφάσεις περιβαλλοντικής διαχείρισης λαμβάνονται με βάση ελλιπείς πληροφορίες και συχνά κάτω από συνθήκες αβεβαιότητας. Όταν η πιθανή ζημία είναι αβέβαιη και υπάρχει πιθανότητα να είναι σημαντική, τότε είναι απαραίτητη η δράση βάσει της προληπτικής αρχής" (DoE, 1995 p.10).

Ταυτόχρονα, η εφαρμογή της θεωρίας για την αειφορική ανάπτυξη απαιτεί να εξισορροπήσουμε "τη θετική περιβαλλοντική ωφελιμότητα και την ενδεχόμενη περιβαλλοντική υποβάθμιση, έχοντας στο νου τις ανάγκες των μεταγενέστερων γενεών" (DoE, 1995 p.12). Κατά συνέπεια, η εκτίμηση περιβαλλοντικών κινδύνων περιλαμβάνει την κρίση των αποτελεσμάτων μιας δράσης ή ενός γεγονότος σε πολλά και ποικίλα στοιχεία. Επιπλέον, πρέπει να μετρήσει και να κρίνει την καταστροφική φύση οποιουδήποτε αποτελέσματος και την περιβαλλοντική της σημασία.

Το DoE (1995 p. 14) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για μια εκτίμηση περιβαλλοντικών κινδύνων:

  • το καθήκον της διαχείρισης και της δέσμευσης για αειφορική ανάπτυξη απαιτεί κατάλληλη εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων.
  • η ανάλυση μπορεί να διευκολύνει μια κρίση και να επιτρέψει ώστε να γίνει μια πιο ποσοτικοποιημένη κρίση,
  • η μη δυνατότητα να γίνει ποσοτικοποιημένη κρίση δε θα πρέπει να αποτελέσει λόγο για να αποφευχθεί η εκτίμηση κινδύνων. Αντιθέτως, μπορεί να δείξει από πού είναι δυνατό να βρεθούν περισσότερες πληροφορίες,
  • η αναγνώριση μιας αβέβαιης κατάστασης και μιας σοβαρής ενδεχόμενης ζημίας μπορούν να επισημάνουν την ανάγκη επίκλησης της προληπτικής αρχής ή κάποιας τροποποίησης της πρόθεσης για να καταστούν ανεκτοί οι κίνδυνοι,
  • η ανάλυση μπορεί να υποδείξει πού απαιτούνται ρυθμιστικά μέτρα,
  • η πρόγνωση ενός αποτελέσματος παρέχει τη βάση για παρακολούθηση και έλεγχο, και
  • η καταγεγραμμένη ανάλυση διευκολύνει μια επαναξιολόγηση σε μεταβαλλόμενες συνθήκες ή την πρόσβαση σε μια νέα γνώση.


 

 

 

 

 

 

 

 



Ο δικτυακός τόπος είναι βελτιστοποιημένος για εμφάνιση σε Internet Explorer 4 και άνω