Σχολές για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης στην Αμερική και στην Ευρώπη

Στις πυκνοκατοικημένες χώρες κατά παράδοση υπάρχει μια διαμάχη σχετικά με τη χρήση των πόρων που δεν επαρκούν στη ζήτηση. Στην ιστορική πορεία των διαφόρων κυβερνήσεων παρατηρείται μια προσπάθειά τους να ρυθμίσουν τη χρήση των πόρων. Ειδικά η χρήση του χώρου αποτέλεσε αντικείμενο πολλών ρυθμίσεων εδώ και πολλούς αιώνες. Σε χώρες με απόλυτη μοναρχία ή παρεμφερή πολιτικά συστήματα, συνήθως ο κυβερνήτης αποφάσιζε για το ποιος είχε το δικαίωμα χρήσης συγκεκριμένων περιοχών και ποιος δεν είχε τέτοιου είδους δικαιώματα. Σε χώρες με φεουδαρχικά συστήματα, συνήθως οι τάξεις των ευγενών ήταν αυτές που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν συγκεκριμένες περιοχές (ποικίλες χρήσεις, από κυνήγι έως εκμετάλλευση ορυκτών, καθώς και σε πολλές περιπτώσεις μερική ιδιοκτησία των συγκομιδών). Στις πυκνοκατοικημένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης με δημοκρατικό καθεστώς, έχει αναπτυχθεί κατά τους τελευταίους αιώνες ένα σύστημα χωροταξίας το οποίο καθορίζει τη χρήση γης σε δημοκρατική βάση. Η βασική φιλοσοφία αυτού του συστήματος είναι ότι συγκεκριμένοι πόροι δεν μπορούν να ανήκουν σε ιδιώτες αλλά θα είναι για δημόσια χρήση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός λεπτομερούς συστήματος νόμων και κανονισμών χωροταξικού σχεδιασμού σε συνδυασμό με τους σχετικούς θεσμούς για τη διαχείριση αυτής της διαδικασίας σχεδιασμού.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ) ανέκαθεν υπήρχε επαρκής ελεύθερος χώρος. Στις ΗΠΑ, επίσης, οι πολίτες διακατέχονται από μια πιο σαφή αίσθηση ελευθερίας, που σημαίνει ότι ο καθένας έχει το πλήρες δικαίωμα να χρησιμοποιήσει την ιδιοκτησία του με τον τρόπο που επιθυμεί. Αυτό το σύστημα λειτουργεί αρκετά αποδοτικά, αρκεί ο χώρος εκμετάλλευσης να μην καταντήσει ένας σπάνιος πόρος.

Εντούτοις, ακόμη και στις ΗΠΑ, ο χώρος κατέστη ανεπαρκής πόρος για την κάλυψη της ζήτησης, λόγω της πληθυσμιακής αύξησης και της υπερβολικής πίεσης που ασκείται στις παράκτιες περιοχές. Κατά συνέπεια, προέκυψε η ανάγκη για σχεδιασμό της χρήσης των πόρων κυρίως στις παράκτιες περιοχές. Όλα αυτά, μαζί και με τη συνειδητοποίηση της εύθραυστης κατάστασης του περιβάλλοντος, συνετέλεσαν ώστε οι ΗΠΑ να ξεκινήσουν το σχεδιασμό της χρήσης των χωρικών (παράκτιων) πόρων. Στην πραγματικότητα, αυτή η ανάπτυξη ήταν σχεδόν παρόμοια με το χωροταξικό σχεδιασμό που υιοθετήθηκε στην Ευρώπη, μόνο που στην περίπτωση των ΗΠΑ περιορίστηκε στην παράκτια ζώνη. Αυτή η ανάπτυξη είχε ως αποτέλεσμα να συνταχθεί από τις ΗΠΑ, το 1972, η Πράξη Διαχείρισης της Παράκτιας Ζώνης, κάτι που αποτέλεσε κατά βάση ένα "νόμο-άξονα". Σύμφωνα με αυτήν, οι Πολιτείες καθοδηγούνται ώστε να ιδρύσουν μια επίσημη αρχή για τη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης (CZM). Κατά τα έτη που ακολούθησαν πραγματοποιήθηκε αρκετή εργασία σχετική με τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο θα έπρεπε να αναπτυχθεί η αρχή αυτή, αλλά και με τον τρόπο που θα έπρεπε να εφαρμοστεί ο σχεδιασμός. Έτσι, για αυτόν το λόγο, στις ΗΠΑ η Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης εστιάζει κυρίως σε θεσμικές ρυθμίσεις.

Στην Ευρώπη, λόγω του ότι είχαν ήδη καθορισθεί όλοι οι αναγκαίοι θεσμοί, δεν υπήρξε η ανάγκη για θεσμικές ρυθμίσεις. Εκείνο που απουσίαζε στην Ευρώπη ήταν η εκ βάθους κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αλληλεπιδρούν μεταξύ τους οι διαφορετικές λειτουργίες στην παράκτια ζώνη. Μια ακόμη αδυναμία που έπρεπε να ξεπεραστεί ήταν η συνεργασία ανάμεσα σε ποικίλους εμπλεκόμενους φορείς. Για αυτόν το λόγο, στην Ευρώπη η Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης (CZM) εστιάζει πολύ περισσότερο στη συστημική προσέγγιση.