Βρίσκεστε εδώ: / Αρχές ΟΔΠΖ / Εισαγωγή

Η "μοναδικότητα" των ακτών

Οι παράκτιες περιοχές με τους μοναδικούς πόρους τους, αποτελούσαν ανέκαθεν πόλο έλξης για τους ανθρώπους. Η διαχρονική αξία των περιοχών αυτών οφείλεται στο γεγονός ότι παρέχουν εύφορα εδάφη μέσα σε παράκτιες πεδιάδες αλλά και άφθονους θαλάσσιους πόρους προς εκμετάλλευση και εύκολη διοχέτευση στις διεθνείς αγορές. Η παράκτια ζώνη αποτελεί εστιακό σημείο για πολλές εθνικές οικονομίες, διότι εκεί συγκεντρώνεται ένας μεγάλος αριθμός κοινωνικο-οικονομικών δραστηριοτήτων, αλλά και οι επιπτώσεις τους. Η σημασία της παράκτιας περιοχής θα αυξάνεται περισσότερο στο μέλλον, καθώς αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των ανθρώπων που αναζητά ένα μέρος σε αυτήν.

Η παράκτια ζώνη αποτελεί κατά βάση ένα σύστημα παραγωγής πολλαπλών πόρων. Παρέχει χώρο, ζώντες, και μη, πόρους για την άσκηση ανθρώπινων δραστηριοτήτων, και επιτελεί ρυθμιστική λειτουργία ανάμεσα στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον. Παράλληλα, η παράκτια ζώνη αποτελεί ένα σύστημα πολλαπλών χρήσεων. Ιδιωτικοί και δημόσιοι φορείς χρησιμοποιούν τους φυσικούς πόρους για επιβίωση (προμήθεια νερού και τροφής), για οικονομικές δραστηριότητες (εκτάσεις προς εκμετάλλευση, ζώντες και μη πόροι, ενέργεια) και για αναψυχή (παραλίες και θάλασσα).  


Αύξηση του βαθμού ευαισθητοποίησης του κοινού

Οι πιέσεις που ασκούνται σε πολλές περιοχές λόγω της βιομηχανοποίησης, της εμπορικής ανάπτυξης και της σταδιακής αύξησης του πληθυσμού, είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση φαινομένων διάβρωσης και πλημμυρών, την απώλεια υγροτοπικών οικοσυστημάτων, τη ρύπανση και την υπερεκμετάλλευση των εδαφικών και των υδατικών πόρων στην παράκτια ζώνη. 

Η ανάγκη για αύξηση του βαθμού ευαισθητοποίησης του κοινού σχετικά με την περιορισμένη διαθεσιμότητα των πόρων, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και τις επακόλουθες επιπτώσεις στην ανθρωπότητα, αποτέλεσε το έναυσμα για την εκπόνηση μιας σειράς μελετών, προκειμένου να βρεθεί μια μακροπρόθεσμη επίλυση στο πρόβλημα της απώλειας των πόρων. Τέτοιου είδους μελέτες βασίζονται στην έννοια της φέρουσας ικανότητας και ειδικότερα στη σύνταξη κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με κοινωνικο-οικονομικές δραστηριότητες, με σκοπό να επιτευχθεί μακροπρόθεσμη διατήρηση ζωτικών στοιχείων και περιοχών του περιβαλλοντικού συστήματος.

Το 1972, η έκθεση του Club της Ρώμης ασχολήθηκε με τα ανωτέρω προβλήματα για πρώτη φορά με ένα συστηματικό και σταθερό τρόπο. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν σε ένα ευρέως γνωστό βιβλίο με τίτλο "Οι περιορισμοί στην ανάπτυξη" (Donella & Meadows, 1972), και αργότερα ένα άλλο με τίτλο "Πέρα από τα όρια" (Donella & Meadows, 1992). Η πολιτική ανταπόκριση σε αυτή την πρόκληση ήρθε το 1987 από την Παγκόσμια Επιτροπή για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, με την έκθεση "Το κοινό μας Μέλλον", γνωστή και ως έκθεση του Brundtland (Παγκόσμια Επιτροπή για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, 1987). Με αυτή την έκθεση εισήχθη η έννοια της αειφόρου ανάπτυξης ως μέσου που εγγυάται τη δημιουργία αποδεκτών συνθηκών διαβίωσης για τις τωρινές καθώς και τις μεταγενέστερες γενεές.


Συναίνεση για το μέλλον

Σήμερα είναι πλέον ευρέως αποδεκτό ότι για την ανάπτυξη της παράκτιας ζώνης απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ορθή κατανόηση των διαδικασιών που επιτελούνται σε αυτήν. Επιπλέον, η ανάπτυξη αυτή θα πρέπει να υποστηρίζεται από δυναμικά τεχνολογικά μέσα καθώς και από κοινωνικο-οικονομικές δεξιότητες, προκειμένου να επιτευχθεί μια αποδεκτή ισορροπία ανάμεσα στα βραχυπρόθεσμα οφέλη και τα μακροπρόθεσμα κέρδη. Συνεπώς, υπάρχει άμεση ανάγκη για μια ελεγχόμενη ανάπτυξη της παράκτιας ζώνης. Οι αντιπαραθέσεις που ανακύπτουν ανάμεσα στους ποικίλους χρήστες γίνονται ολοένα και περισσότερο έκδηλες. Αυτές οι αντιπαραθέσεις θα αυξηθούν σε πεδία δράσης και μέγεθος με την παράλληλη αύξηση της πυκνότητας του πληθυσμού και τη συνεπακόλουθη αύξηση στη χρήση των διαθέσιμων πόρων του πλανήτη. Υπάρχει, λοιπόν, μια ανάγκη για την ανάπτυξη μιας κοινής μεθοδολογίας η οποία θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τις πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στο σύστημα των πόρων και τους εν δυνάμει χρήστες του. Κατά συνέπεια, προκύπτει η αναγκαιότητα για σχεδιασμό και έλεγχο αυτής της διαδικασίας με τρόπο συστηματικό και αειφόρο. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης - ΟΔΠΖ (Integrated Coastal Zone Management-ICZM).

 

Η Ευρώπη, η οποία διαθέτει μακρά ακτογραμμή όπου λόγω της σύνθεσής της απαντούν ποικίλες φυσικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, ανέλαβε δράση σχετική με την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης (ΟΔΠΖ) το 1996. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ορίζει την ΟΔΠΖ ως: 

"μία συνεχή διαδικασία της διοίκησης, γενικός σκοπός της οποίας είναι να κάνει πράξη την αειφορική ανάπτυξη και τη διατήρηση στις παράκτιες ζώνες καθώς και να διαφυλάξει τη βιοποικιλότητα σε αυτές. Για το σκοπό αυτόν, η ΟΔΠΖ επιδιώκει, μέσα από μια πιο αποτελεσματική διαχείριση, να εγκαθιδρύσει και να διατηρήσει την άριστη χρήση και αειφορικά επίπεδα ανάπτυξης και δραστηριότητας (χρήσης) στην παράκτια ζώνη, και με το πέρασμα του χρόνου να βελτιώσει τη φυσική κατάσταση του παράκτιου περιβάλλοντος"..

Οι απόψεις σχετικά με την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης στις ΗΠΑ και την Ευρώπη διαφέρουν. Στην Αμερική, η Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης εστιάζει στο σχεδιασμό, ενώ στην Ευρώπη εστιάζει στην ενσωμάτωση των λειτουργιών του χρήστη (περισσότερες πληροφορίες)


ΑΣΚΗΣΗ

Πόσες και ποιες είναι οι πλέον κατάλληλες μέθοδοι αντιμετώπισης των αντιπαραθέσεων που προκύπτουν κατά την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης (ΟΔΠΖ);

 

 

Κύρια σημεία

Τα ερωτήματα που τίθενται καθώς και οι ενότητες όπου βρίσκονται οι απαντήσεις είναι: Tέλος, στην ενότητα με τα συμπεράσματα παρουσιάζεται ένα περιεκτικό κείμενο το οποίο συνοψίζει αυτά που συζητήθηκαν. Η παρούσα ενότητα ολοκληρώνεται με έναν κατάλογο πηγών πληροφόρησης (βιβλιογραφία) και με ένα γλωσσάρι των όρων που χρησιμοποιήθηκαν.
 


Ο δικτυακός τόπος είναι βελτιστοποιημένος για εμφάνιση σε Internet Explorer 4 και άνω