Στην πράξη είναι κάπως δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να βρεθεί ένα άλλο έργο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τον καθορισμό αυτών των ευκαιριακών δαπανών. Επομένως, η αξία εκτιμάται μέσα από εκείνους τους πόρους που θα εφαρμοστούν με το τρέχον έργο.

Για την κρίση των εναλλακτικών λύσεων, σχετικοί είναι μόνο εκείνοι οι πόροι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν με έναν εναλλακτικό τρόπο. Δαπάνες για τις οποίες αυτό είναι αδύνατο (αποκαλούμενα ως μη ελαστικά κόστη) δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.

Σε γενικές γραμμές, οι δαπάνες θα πρέπει να υπολογιστούν πέρα από τη διάρκεια ζωής μιας εναλλακτικής λύσης. Αυτό αφορά και τις δαπάνες επενδύσεων (που γίνονται στα πρώτα έτη του έργου) και τις δαπάνες εκμετάλλευσης και συντήρησης (ετήσιες δαπάνες). Γι' αυτόν το λόγο απαιτείται να ληφθούν υπόψη οι αλλαγές στα επίπεδα τιμών και ο πληθωρισμός, γεγονός που προσδίδει μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας. Κατά συνέπεια, αυτοί οι υπολογισμοί δαπανών βασίζονται σε σταθερές τιμές σε μια δεδομένη χρονική στιγμή (συνήθως του έτους κατά το οποίο διεξάγεται η μελέτη). Εντούτοις, θα πρέπει να συμπεριληφθούν σχετικές αλλαγές.

Υπάρχει η δυνατότητα να γίνει με ολοκληρωμένο τρόπο ένας προσδιορισμός των συνολικών δαπανών για κάθε εναλλακτική λύση, που να καταλήγει στις πραγματικές δαπάνες που απαιτούνται για την πραγματοποίηση του έργου. Ωστόσο, συχνά είναι δύσκολο να προσδιοριστούν οι συνολικές δαπάνες, ειδικά στην περίπτωση που εξετάζονται πολυσύνθετες εναλλακτικές. Αυτό ισχύει, επίσης, και στην περίπτωση όπου χρειάζεται να συγκριθούν τα αποτελέσματα. Η απλή πρόσθεση όλων των δαπανών ή του μέσου όρου των δαπανών ανά έτος δεν παρέχει καμία πληροφορία σχετικά με το μελλοντικό χρόνο που θα γίνουν αυτές οι δαπάνες.

Ένας κοινός τρόπος για να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα είναι η προεξοφλημένη ταμειακή ροή (ανηγμένο κόστος), με την οποία μπορεί να υπολογιστεί η παρούσα αξία ενός μελλοντικού ποσού δαπανών (ή κερδών). Η προεξόφληση έχει ως αποτέλεσμα να γίνει προσδιορισμός των ροών χρημάτων συγκεκριμένων ετών στο μέλλον με βάση ένα ορισμένο έτος αναφοράς. Γι' αυτό, γίνεται χρήση ενός συντελεστή αναγωγής, που εκφράζεται ως:

όπου:
df = συντελεστής αναγωγής
p = τρέχον ποσοστό αναγωγής (%)
n = έτος κατά το οποίο γίνονται οι δαπάνες σε σχέση με το έτος αναφοράς

Για παράδειγμα, οι παράγοντες προεξόφλησης για δαπάνες που προκύπτουν κατά τη διάρκεια 3 ετών είναι (για ένα ποσοστό αναγωγής 5%):

Έτσι, 100.000 US$ που δαπανούνται μέσα σε 3 έτη αντιστοιχούν σε μια αξία προεξόφλησης της τάξης των 88.380 US$ στο έτος αναφοράς.

Κρίσιμο ερώτημα αποτελεί το ποιο ποσοστό προεξόφλησης θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Αυτό εξαρτάται κυρίως από τον εισηγητή του προγράμματος. Για την Ολλανδική Κυβέρνηση, το ποσοστό προεξόφλησης για κυβερνητικά έργα έχει καθοριστεί στο 5%. Αυτό το ποσοστό περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ επιτοκίου και πληθωρισμού. Ένα τέτοιο ποσοστό ισχύει επίσης για χώρες με υψηλά ποσοστά πληθωρισμού, καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις τα ποσοστά επιτοκίων θα είναι επίσης υψηλά. Αυτό το ποσοστό είναι σταθερό και "χωρίς κίνδυνο":

Επιπλέον, αποφασίστηκε ότι μπορεί να γίνει εφαρμογή έργων μόνο στην περίπτωση που το επιτρέπει ο προϋπολογισμός της κυβέρνησης.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τρόπος χρηματοδότησης μιας εναλλακτικής μπορεί να οδηγήσει σε συγκεκριμένα αποτελέσματα. Για τον προσδιορισμό αυτών των τύπων αποτελεσμάτων, απαιτείται διορατικότητα στο θέμα των δαπανών. Σε αντίθεση με τις πρακτικές που ακολουθεί ο ιδιωτικός τομέας, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν συνδέει άμεσα τους τρόπους χρηματοδότησης και το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έτσι, δεν λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες επιτοκίων. Κατά συνέπεια, όταν η χρηματοδότηση εναλλακτικών βρίσκεται υπό κρίση, υπάρχει μόνο μία έμμεση σύνδεση.