Το Κ/Ω είναι η αναλογία της παρούσας αξίας ωφελειών και κόστους, αντιστοίχως (υπολογιζόμενα με βάση το επιτόκιο αναγωγής/τρέχον επιτόκιο). Εναλλακτικές λύσεις που έχουν μια αναλογία Κ/Ω μεγαλύτερη από 1 θεωρούνται κερδοφόρες.

Ο Δείκτης Εσωτερικής Ανταποδοτικότητας (IRR) είναι απώλεια αξίας κατά την οποία η απώλεια αξίας των ωφελειών εξισούται με την απώλεια αξίας του κόστους. Η απόφαση σχετικά με την αποδοτικότητα βασίζεται σε μια σύγκριση του IRR με ένα ελάχιστο τρέχον επιτόκιο (μια πολιτική επιλογή).

Τα κόστη και οι ωφέλειες των εναλλακτικών συγκρίνονται με την κατάσταση αναφοράς (στις πιο πολλές περιπτώσεις με τη μηδενική κατάσταση). Για να εκτιμηθούν τα ανωτέρω σε χρήματα, απαιτούνται μοντέλα οικονομικής πρόβλεψης. Ωστόσο, είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς σε ικανοποιητικό βαθμό τις ωφέλειες. Μερικές από τις ωφέλειες μπορεί να μην είναι δυνατό να προσδιοριστούν σε χρήμα και γι' αυτό θα περιγραφούν ποιοτικά. Οι τιμές τέτοιων ωφελειών σημειώνονται στην επισκόπηση των αποτελεσμάτων ως PM. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η επισκόπηση αποτελέσματος δεν δίνει μια πλήρη ένδειξη των αποτελεσμάτων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να γίνει μια σαφής ταξινόμηση των εναλλακτικών.

Μια ειδική ποσοτική οικονομική μέθοδος είναι η ανάλυση κόστους αποτελεσματικότητας, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην αναγνώριση της εναλλακτικής που:

Μια ανάλυση κόστους - αποτελεσματικότητας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ενδεικτική της αποδοτικότητας των εναλλακτικών. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την ταξινόμησή τους.

Στην ερμηνεία μη-οικονομικών τιμών, για παράδειγμα, περιοχών προστασίας της φύσης, συχνά γίνεται χρήση τιμών αναπλήρωσης. Σε αυτήν την περίπτωση, χρειάζεται να απαντηθούν ερωτήματα όπως: "Πόσο μεγάλη είναι η επιθυμία να δοθούν χρήματα (από την κοινωνία) για τη διατήρηση της περιοχής προστασίας της φύσης ή για τη δημιουργία μιας νέας;".